αιόλος

Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μυθικός γενάρχης των Αιολιδών και της φυλής των Αιολέων, γιος του Έλληνα και αδελφός του Δώρου και του Ξούθου. 2. Βασιλιάς του μυθικού νησιού Αιολίης, που ο Δίας τον είχε διορίσει κυβερνήτη ή ταμία των ανέμων. Γιος του Ιππότη, ή σύμφωνα με άλλη παράδοση, του Ποσειδώνα και της Άρνης. Είχε έξι γιους, τους δυνατούς ανέμους, και έξι κόρες, τους ήπιους ανέμους ή αύρες, που παντρεύτηκαν μεταξύ τους. Το νησί του έπλεε ελεύθερα στα κύματα και οι άνεμοι ήταν κλεισμένοι μέσα σε πανύψηλα τείχη. Εκεί ζούσε ο Α. με τη γυναίκα του Αμφιθέα και τα 12 παιδιά του, σε αιώνια ευθυμία, μέσα στους ήχους των ανέμων, που άλλοτε ήταν απαλοί και ευχάριστοι, άλλοτε άγριοι και βροντεροί. Σε μια στιγμή τέτοιας ευφορίας, ο Α. παρέδωσε στον Οδυσσέα τους αντίξοους ανέμους, κλεισμένους σε ασκό (ασκός του Α.), πράγμα που κλόνισε την εμπιστοσύνη που του είχε ο Διας. 0 Αίολος, θεός των ανέμων, σε μικρογραφία βιβλίου εκκλησιαστικών ύμνων (1470-74), διακοσμημένου από τον Λιμπεράλε ντα Βερόνα (Libreria Piccolomini, Σιένα· φωτ. Dulevant). Στο Ωρολόγιο του Ανδρόνικου Κυρρήστου, της οδού Αιόλου, εικονίζονται οι οκτώ κυριότεροι άνεμοι, «ταμία» των οποίων θεωρούσαν στην αρχαιότητα τον Αίολο.
* * *
αἰόλος, -η, -ον και -ος, -ον (Α)
1. γρήγορος, ευκίνητος, σβέλτος, ορμητικός
2. (για ερπετά) αυτός που ελίσσεται, που κινείται στριφογυρίζοντας, έρποντας
3. (ως επίθ. εξαρτημάτων πανοπλίας) λαμπερός, αστραφτερός
4. αυτός που αλλάζει εύκολα όψη ή χρώμα
5. ποικιλόχρωμος, στικτός, κατάστικτος, πλουμιστός
6. (για το δέρμα τού σώματος) αυτός που έχασε το χρώμα του εξαιτίας αρρώστιας
7. ευμετάβολος, άστατος, πολυκύμαντος
8. δόλιος, ύπουλος, πανούργος
9. στη Μυκην. η λ. αναφέρεται σε βόδια με τη σημασία «λαμπερόχρωμος», «πολύχρωμος» ai-wo-ro.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητική λέξη, αβέβαιης ετυμολογίας. Προέρχεται πιθ. από τ. *(F)aἰ-Fόλος -με ανομοιωτική αποβολή τού αρκτικού F- που άγεται σε ΙΕ ρίζα *wel- «κυλίω, στρέφω, γυρίζω» (πρβλ. και εἰλέω «ελίσσω, τυλίγω»). Κατ’ άλλους, η λ. συνδέεται με την ΙΕ ρίζα *aiw- που σημαίνει τη «ζωτική δύναμη» (πρβλ. ελλην. αἰFών «ζωή», αρχ. ινδ. āya- «ζωτική δύναμη, ζωή»), ενώ σύμφωνα με άλλη άποψη σχετίζεται με τη λ. αἰέλουρος*, που προϋποθέτει τ. *αἰελος απ’ όπου θα μπορούσε να προέλθει το αἰόλος με αφομοίωση τού ε σε ο. Η αρχική σημ. τής λ., όπως απαντά στον Όμηρο, ήταν «ταχύς, γρήγορος» και χαρακτήριζε έντομα, ερπετά ή ζώα. Δήλωνε ακόμη τη «σπινθηροβόλο λάμψη» τών όπλων και τών μεταλλικών αντικειμένων γενικότερα. Οι ίδιες σημασίες («γρήγορος, ταχύς» και «λαμπρός, γυαλιστερός» για βόδια) σώζονται από τη Μυκηναϊκή (ai-wo-ro = aἰFόλoς), ενώ αργότερα (μετά τον Όμηρο και ιδίως σε μεταγενέστερους ποιητές) η λ. αἰόλος εξελίσσεται στη σημ. τού «κατάστικτου, πλουμιστού, ποικίλου» (πρβλ. και τη σημασιολ. εξέλιξη τού ποικίλος). Με υποχωρητική κίνηση τού τόνου στην προπαραλήγουσα πλάστηκε η λ. Αἴολος, ονομασία τού βασιλιά τών ανέμων και μυθικού ποογόνου τών Αιολέων. Η ονομασία Αἴολος δήλωνε πιθ. αρχικά τον «γρήγορο, ορμητικό άνεμο», σημασία στην οποία ανάγεται πιθ. και η ονομασία τών Αἰολέων, που, κατ’ άλλους, ξεκίνησε από τη σημασία τού «ποικίλος, ανάμικτος» (λαός). Τέλος, η λ. αἰόλος εμφανίζεται συχνά ως α΄ και ως β΄ συνθετικό μιας σειράς συνθέτων από το περίφημο κορυθαίολος (τού ομηρικού Έκτορα) μέχρι τα αἰολόμητις και αἰολόστομος τών τραγικών κ.ά.
ΠΑΡ. αρχ. αἰολάομαι, αἰολίζω (Ι), αἰολίας, αἰόλλω, αἰολῶ.
ΣΥΝΘ. αρχ. αἰολόβουλος, αἰολοβρόντης, αἰολόδακρυς, αἰολόδειρος, αἰολόδερμος, αἰολόδωρος, αἰολοθώρηξ, αἰολόμητις, αἰολομίτρης, αἰολόμολπος, αἰολόμορφος, αἰολόνωτος, αἰολόπρυμνος, αἰολοπτέρυξ, αἰολόπωλος, αἰολοσκόπος, αἰολόστομος, αἰολόφοιτος, αἰολόφυλος, αἰολόφωνος, αἰολόχρως
μσν.
αἰολόμυθος, αἰολόπεπλος, αἰολοχαίτης νεοελλ. αιολοδείκτης, αιολόσωμα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αἰόλος — quick moving masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἴολος — quick moving masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αίολος — ο όνομα του θεού των ανέμων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αἰολώτερον — αἰόλος quick moving adverbial comp αἰόλος quick moving masc acc comp sg αἰόλος quick moving neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλα — αἰόλος quick moving neut nom/voc/acc pl αἰόλᾱ , αἰόλος quick moving fem nom/voc/acc dual αἰόλᾱ , αἰόλος quick moving fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эол — (Αΐολος, лат. Aeolus): 1) сын Эллина и нимфы Орсеиды, дядя Девкалиона, брат Дора и Ксута, родоначальник эолийского племени, царствовавший в фессалийской Магнезии; 2) по Гомеровской Одиссее (см.), сын Гиппота, властитель острова Эолии (см.) и… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • αἰόλαι — αἰόλος quick moving fem nom/voc pl αἰόλᾱͅ , αἰόλος quick moving fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλον — αἰόλος quick moving masc acc sg αἰόλος quick moving neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλων — αἰόλος quick moving fem gen pl αἰόλος quick moving masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰόλως — αἰόλος quick moving adverbial αἰόλος quick moving masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.